Ομιλία Δημήτρη Αβραμόπουλου σε παρουσίαση βιβλίου του Γιώργου Παπαχρήστου

Ομιλία Δημήτρη Αβραμόπουλου σε παρουσίαση βιβλίου του Γιώργου Παπαχρήστου

Κατηγορία

Ομιλία Δημήτρη Αβραμόπουλου σε παρουσίαση βιβλίου του Γιώργου Παπαχρήστου

Πρώτα απ' όλα, θα ήθελα και εγώ να ευχαριστήσω τον Γιώργο Παπαχρήστο, για την ευκαιρία που μου έδωσε να βρεθώ στην αποψινή συντροφιά για την παρουσίαση του βιβλίου του.

Κάποτε, οι δημοσιογράφοι ήταν και λογοτέχνες. Και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζουν καλά οι μεγάλοι της δημοσιογραφίας, οι οποίοι βρίσκονται εδώ μαζί μας απόψε.

Το είδος έχει σταματήσει να ανθεί πλέον, με εξαίρεση ορισμένους λίγους, που ξεκίνησαν τη δημοσιογραφία, και εξελίχτηκαν μέσω της συγγραφής βιβλίων. Ένας από αυτούς είναι ο Γιώργος Παπαχρήστος.

Πριν όμως πω οτιδήποτε άλλο, θα ήθελα να εκφράσω μια απορία που διατύπωσε το Σαββατοκύριακο και η γυναίκα μου, όταν με είδε να διαβάζω το βιβλίο του Γιώργου Παπαχρήστου: Ποιος είναι τελικά, αλήθεια, ο Παπαχρήστος; Ο δημοσιογράφος που διαβάζουμε στα «Νέα» και βλέπουμε στην τηλεόραση, ή ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου, «Το τρία και το επτά», όπως το ονομάζει; Και μην βιαστείτε να απαντήσετε «και οι δυο», γιατί σίγουρα θα κάνουμε λάθος.

Εδώ έχουμε να κάνουμε και με «έναν άλλο» Παπαχρήστο. Όχι απλά τον συγγραφέα, αλλά τον άνθρωπο που θέλει να ξεφύγει, όπως ενδεχομένως θα ήθελαν και οι περισσότεροι από εμάς σε αυτόν τον χώρο, από την ασφυξία, που του προκαλεί η καθημερινότητα της δουλειάς. Και ίσως και η ρηχότητα της πολιτικής, και που ξεφεύγει, βυθίζοντας τον εαυτό του στον κόσμο των συγγραφέων, που έχουν δικαίωμα να περάσουν σε άλλες διαστάσεις, να δώσουν εικόνες και χρώματα που μόνο εκείνοι τα βλέπουν.

Αναρωτήθηκα, αλήθεια, «πότε βρίσκει ο Γιώργος Παπαχρήστος το χρόνο και γράφει τα βιβλία του». Γιατί δεν είναι «πολιτικά» ή «ρεπορταζιακά» βιβλία. Είναι μια σκληρή ίσως, καθημερινή, «μπρούτα», θα μου επιτρέψετε να πω, σε κάποια σημεία αλλά αληθινά σημερινή λογοτεχνία.

Το εύρημα του λάθους τηλεφωνήματος από το κινητό, η επιλογή, δηλαδή, του «επτά» αντί του «τρία», είναι το λεπτό σκοινί, πάνω στο οποίο ακροβατεί ο συγγραφέας για να χτίσει μια ιστορία, που, με σημερινά μέσα, μπορεί να παραπέμπει σε πλοκή αρχαίας τραγωδίας.

Ο καλοζωϊσμένος Καθηγητής Πανεπιστημίου, Καθηγητής της Ιατρικής, ο άνθρωπος που είναι εκ πεποιθήσεως μονήρης, που διατηρεί «μια σχέση απλά για να υπάρχει», από ένα λάθος τηλεφώνημα, βρίσκεται ανάμεσα σε μητέρα και κόρη. Γίνεται μέσα στην αδυσώπητη καθημερινότητα της παράλληλης σχέσης, πατέρας του παιδιού της κόρης της συντρόφου του και η ιστορία παίρνει τον εφιαλτικό της δρόμο.

Η τραγωδία που εμπνεύστηκε ο Παπαχρήστος οικοδομείται πάνω σε ένα λάθος τηλεφώνημα, που γίνεται από το «κινητό» μέσα από μια αμερικάνικη λιμουζίνα. Ο ήρωας βρίσκεται στην Ουάσιγκτον και η ηρωίδα προσπαθεί να κοιμηθεί στο φοιτητικό της δωμάτιο, στη Θεσσαλονίκη. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, με διαφορά πολλών ωρών μεταξύ τους, τα κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας «συναντιόνται» μέσα από μια λάθος κίνηση του δείκτη του καθηγητή. Και η «συνάντηση» καταλήγει σε φόνο και σε αυτοκτονία.

Μια ιστορία, που εύκολα πλέον μπορεί να συμβεί -αν δεν έχει συμβεί- στη σημερινή κοινωνία, υπό τις συνθήκες της σημερινής ζωής.

Το εύρημα φαίνεται απλό. Και είναι απλό. Όπως πολύ απλό και πολύ εύκολο είναι σήμερα να φθάσει κανείς από την επιτυχία, μέσα από την τραγωδία, στην καταστροφή! Από τη βολεμένη και άνετη ζωή, στον εφιάλτη, από την ηρεμία στην απόγνωση, στην κατάθλιψη ή και στην τρέλα!

Ο συγγραφέας βέβαια, δεν αποποιείται την ταυτότητα του πολιτικού συντάκτη! Στη διαδρομή του Καθηγητή- ήρωά του προς την αυτοχειρία, αναφέρεται στην 11η Σεπτεμβρίου και στην αλλαγή της συμπεριφοράς, των αντιλήψεων, της ζωής των Αμερικανών μετά το πλήγμα του Μπιν Λάντεν, και αναρωτιέται πώς «κάτι ξυπόλητοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν ξυλοφορτώνουν την υπερδύναμη».

Αναφέρεται ακόμη και στη «χαμένη Αριστερά» κάποιων που την υπηρέτησαν στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Περιγράφει επίσης τις δύσκολες σημερινές σχέσεις, το πρόβλημα της μονογονεϊκής οικογένειας, δίνει εικόνες της σημερινής Αθήνας, με τις ψεύτικες «Louis Vuiton» στο Σύνταγμα. Δεν χαρίζεται όμως ούτε στον χώρο του. Μιλάει ανοιχτά για τη σαρκοβόρο δημοσιογραφία, που εκθέτει, δικάζει και καταδικάζει ανθρώπους, πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Ήθελε αρκετή τόλμη για να το πει αυτό ένας δημοσιογράφος. Και όταν το γράφει ο Παπαχρήστος, που «τόσα έχουν δει τα μάτια του», η άποψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η πορεία της ηρωίδας του βιβλίου, μιας νέας γυναίκας που γίνεται θύτης, ενώ στην ουσία είναι θύμα, όπως η μητέρα της και ο άνθρωπος-κλειδί της τραγωδίας, είναι πορεία μιας σύγχρονης ηρωίδας, που θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει σε μια παράσταση ενός αρχαίου Θεάτρου χιλιάδες χρόνια πριν. Και είμαι βέβαιος, ότι «Το τρία και το επτά» θα γίνει σύντομα τηλεοπτική σειρά, και σίγουρα καλύτερη από αυτές που παρακολουθούμε! Είναι μια ιστορία πραγματικά καθηλωτική, κάτι το οποίο θα αντιληφθείτε μόλις αρχίσετε να διαβάζετε το βιβλίο. Θα το διαβάσετε μονομιάς. Δεν θα αντιληφθείτε το χρόνο. Η ιστορία έχει τέτοια πλοκή, κυλάει με τέτοιους ρυθμούς, που πραγματικά το βιβλίο το ρουφάς.

Και θέλω να ευχαριστήσω τον Γιώργο Παπαχρήστο, γιατί σήμερα με έκανε να πιστέψω, ότι και η δική μας γενιά, γιατί είμαστε περίπου της ίδιας ηλικίας, θα αφήσει κάτι πίσω της. Είτε στον χώρο της δημοσιογραφίας, είτε της πολιτικής, είτε των τεχνών.

Ο Γιώργος Παπαχρήστος, που ζει μαζί μας την καθημερινότητα της πολιτικής και της διαχείρισης των κρίσεων, έχει πια βρει τη δική του διέξοδο. Μακάρι να μπορέσουμε να τη βρούμε και εμείς. Ανοίγει, με άλλα λόγια, τη βαλβίδα του συγγραφέα και από αυτή τη χύτρα ταχύτητας της καθημερινότητας, στην οποία βράζουμε όλοι, ξεπηδά με δύναμη μια άλλη σκέψη, μια άλλη άποψη. Μια μοναδική διέξοδος, που του παρέχει το απαραίτητο οξυγόνο, για να αναπνέει στη δύσκολη, και πολιτικά, σημερινή πραγματικότητα.

Θα ήθελα να τον ευχαριστήσω, γιατί μας έδωσε την ικανοποίηση να απολαύσουμε το υπέροχο βιβλίο του, και να του ευχηθώ πάντα επιτυχίες.

Σας ευχαριστώ.