Ομιλία Δημήτρη Λ. Aβραμόπουλου στο 40ο Συμπόσιο των ερευνητών-πολεοδόμων του Πανεπιστήμιου Johns Hopkins
Κατηγορία
«Αναγέννηση και Αστική σηματοδότηση: Η μνήμη εφόδιο ή εμπόδιο;»
Κυρίες και κύριοι Σύνεδροι,
Είναι πολλοί οι λόγοι που κάνουν η παρουσία μου σήμερα εδώ μαζί σας, σε ένα Συνέδριο με θέμα τη σημασία της ιστορίας στη στρατηγική για την αναγέννηση της πόλης, να μου δίνει χαρά και συγκίνηση.
Για οκτώ χρόνια, είχα την τιμή να είμαι Δήμαρχος μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που αποτέλεσε την αφετηρία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Δήμαρχος μιας πόλης, που μετά την απελευθέρωση από την τουρκική κατοχή, ορίστηκε πρωτεύουσα του νέου του ελληνικού κράτους, ακριβώς λόγω της ιστορίας της.
Δήμαρχος της πρωτεύουσας ενός κράτους, το οποίο δημιουργήθηκε χάρη και στη μεγάλη βοήθεια των ευρωπαϊκών λαών, που θυσίασαν ζωές, επειδή η αρχαία ελληνική ιστορία σήμαινε για την ταυτότητά τους πάρα πολλά.
Όλα αυτά τα χρόνια το κεφάλαιο ιστορία ήταν πάντα ανοικτό στην καθημερινή δραστηριότητα του Δήμου της Αθήνας και κατηύθυνε όλες τις μεγάλες μας στρατηγικές επιλογές.
Μας ενέπνεε και μας προσανατόλιζε.
Είναι αλήθεια ότι έκανε το έργο μας πιο σύνθετο και πιο δύσκολο αλλά ας μην υποτιμάμε, ότι χωρίς την ιστορία δεν έχεις πού να πατήσεις, από πού να πιαστείς.
Θυμάμαι ότι η πρώτη μου απόφαση, όταν για πρώτη φορά εξελέγην, ήταν να επαναφέρω την έδρα του Δημάρχου στο ιστορικό νεοκλασικό κτίριο της πλατείας Δημαρχείου στην ιστορική οδό Αθηνάς, για να αποκτήσει ξανά ο θεσμός το κύρος που του αξίζει.
Τα επόμενα χρόνια δώσαμε μεγάλη έμφαση στην αναβάθμιση της οδού Αθηνάς που παρήκμαζε, με την ανακατασκευή και διαπλάτυνση των πεζοδρομίων της και με κατάλληλο φωτισμό και με την αναπαλαίωση ιστορικών κτιρίων της όπως η Δημοτική Αγορά.
Δώσαμε επίσης έμφαση στην ανακατασκευή και ανάπλαση της ίδιας της Πλατείας Δημαρχείου και στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου που καλύπτει ένα τμήμα της.
Η Αθήνα, αν και η Ελλάδα είναι μια μικρή και όχι πλούσια χώρα, ανέλαβε το μεγάλο στοίχημα της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων και της δόθηκε αυτή η τιμή ακριβώς λόγω της ιστορίας της. Τη σχέση των σύγχρονων Αγώνων με την ιστορία, αυτό είναι που ανέδειξε.
Δουλέψαμε σκληρά για την προετοιμασία της Αθήνας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το βασικό πρόγραμμα ήταν η γνωστή Ενοποίηση των Αρχαιολογικών Χώρων, που στόχος του ήταν οι αρχαιολογικοί τόποι να συνδεθούν σε ένα ενιαίο και ισχυρό σύνολο, ικανό να επιβάλλει την παρουσία της ιστορίας στο κέντρο της πόλης.
Στο πρόγραμμα αυτό ανήκει η εμβληματική πεζοδρόμηση της Διον. Αρεοπαγίτου - Απ. Παύλου, ένας μοναδικός αρχαιολογικός πεζόδρομος που πριν ήταν μια αρτηρία με μεγάλη κυκλοφορία, όπως επίσης και η ανάπλαση πολλών πλατειών της Αθήνας.
Τα αθλητικά στάδια πράγματι επιλέχτηκε να κατασκευαστούν σε διάφορα σημεία της περιφέρειας, όμως ξέραμε καλά, ότι η καρδιά του συστήματος λειτουργίας αυτού του περίπλοκου δικτύου θα ήταν το ιστορικό κέντρο και εκεί δόθηκε η έμφαση.
Επίσης, σημαντική δουλειά απαιτήθηκε για την πεζοδρόμηση του Εμπορικού Τριγώνου, μιας κεντρικής επιφάνειας περίπου 32 εκταρίων, που ανήκει στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας.
Δεν υποστηρίζω ότι όλα έγιναν στο βαθμό που είχαμε φανταστεί. Δεν κατάφερε η Αθήνα ακόμη να αποκτήσει ένα κέντρο πραγματικά ελεύθερο για πεζούς και ποδηλάτες, ωστόσο αυτός είναι ο στόχος και συνεχίζουν να γίνονται βήματα.
Η αληθινή ταυτότητα της Αθήνας το διεκδικεί.
Για εμάς, που ζούμε σε αυτή την πόλη και γνωρίζουμε τις δυσκολίες του καθημερινού έργου και των προσπαθειών χιλιάδων ανθρώπων από τον Δήμο, τα αρμόδια υπουργεία, τα μελετητικά γραφεία και τις εταιρείες κατασκευής σε όλο το στάδιο προετοιμασίας των Ολυμπιακών, πιστεύουμε ότι τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
Ωστόσο, δικαιολογημένα η εντύπωση ενός επισκέπτη, εξωτερικού παρατηρητή, είναι ότι η Αθήνα είναι μια τεράστια σύγχρονη πόλη, πλημμυρισμένη από αυτοκίνητα, καλυμμένη από ομοιόμορφες και απρόσωπες πολυκατοικίες των τελευταίων σαράντα ετών, που δεν σεβάστηκε το τοπίο της, ούτε πολλά από την ιστορία της.
Καταλαβαίνει εύκολα πως, ότι σήμερα έχει διασωθεί, είναι ένα ασήμαντο δείγμα αυτού που ήταν η αρχαία Αθήνα.
Δεν είναι λανθασμένη αυτή η εντύπωση. Είναι γεγονός ότι αυτή η πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα του ότι πάνω σε αυτόν τον ιστορικό τόπο, δόθηκαν και δίνονται μάχες, ανάμεσα σε κερδοσκοπικά συμφέροντα και εκείνους τους δημόσιους φορείς που προασπίζονται την ιστορία.
Μάχες που οι περισσότερες χάθηκαν, γιατί τα συμφέροντα ήταν ισχυρά και η ισχύς της πολιτείας στην Ελλάδα περιορισμένη.
Η Αθήνα του 1950 είχε όμορφες μονοκατοικίες και διώροφα νεοκλασικά σπίτια, αυλές και δρόμους με δεντροστοιχίες. Ελάχιστα ήταν τα ψηλότερα κτίρια.
Μέσα σε μερικές δεκαετίες αυτή η πόλη ισοπεδώθηκε και έδωσε τη θέση της σε μια άλλη, χωρίς αρχιτεκτονική και με ελάχιστα ίχνη της ιστορίας της. Το ιστορικό κέντρο δεν στάθηκε εμπόδιο. Απλά η πόλη το παρέκαμψε επεκτεινόμενη αδιάκοπα προς τα έξω.
Απέκτησε κλίμακες δυσανάλογα μεγαλύτερες από την ικανότητα του ιστορικού κέντρου να δίνει τον παλμό.
Αναπτύχθηκαν για αυτό στην περιφέρεια νέα κέντρα ανατρέποντας την παραδοσιακή δομή και οργάνωση της Αθήνας. Ένα μεγάλο μέρος της σημερινής πόλης ζει μακριά και χωρίς το κέντρο της.
Η ιστορία των απειλών στο ιστορικό κέντρο αρχίζει με την απελευθέρωση της Αθήνας στα μέσα του 19ου αιώνα.
Η βεβήλωση του κέντρου έγινε από την ίδια την πολιτεία, και συγκεκριμένα από τους πολεοδόμους της βασιλικής αυλής που ιδεολογία τους ήταν να χτίσουν μια Αθήνα που θα «αναβίωνε» την κλασική περίοδο της αρχαίας της ιστορίας.
Επιθυμούσαν από την Αθήνα να αποδείξει ότι ο κλασικισμός είναι ζωντανός. Τον είχε ανάγκη η Ευρώπη αυτό το μύθο, γιατί εκεί θεμελίωνε την πολιτιστική της ταυτότητα.
Είναι άλλο λοιπόν η πραγματική ιστορία και άλλο το πώς διαβάζεται, το πώς παρουσιάζεται και το πώς χρησιμοποιείται. Υπάρχουν αλήθειες και ψέματα που παίχτηκαν πίσω από την πλάτη της ιστορίας. Η Αθήνα και ότι συμβολίζει δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Της ανατέθηκε ένας ρόλος από την Ευρώπη, που όμως τελικά δεν τον έπαιξε ικανοποιητικά, αναζήτησε το δικό της δρόμο συνεπέστερο σε αυτό που πραγματικά ήταν αυτή και ο κόσμος της.
Η αναφορά της καινούριας Ελλάδας και της καινούριας Αθήνας, σύμφωνα με την νεοκλασική προσδοκία θα όφειλε να είναι απ'ευθείας στην αρχαιότητα.
Η ιστορία ανάμεσα στην αρχαιότητα και το σήμερα, η οθωμανική περίοδος και κάπως πιο πίσω η βυζαντινή, θα έπρεπε να ξεχαστούν. Αυτό έκαναν με το σχέδιό τους ο Κλεάνθης με τον Σάουμπερτ.
Ευθύνονται γιατί έδωσαν το ιδεολογικό πρόσχημα για την κατεδάφιση εκατοντάδων σπιτιών και δεκάδων βυζαντινών εκκλησιών. Έτσι κατασκευάστηκαν δρόμοι και πλατείες, μιας άλλης λογικής από αυτή που ως τότε είχε το ιστορικό δίκτυο της Αθήνας.
Θύμα αυτής της επιλεκτικής και παραμορφωτικής για την ιστορία ιδεολογίας έπεσε ολόκληρη η πόλη μαζί με τους ανθρώπους της, την ταυτότητά τους και τη νοοτροπία τους.
Ωστόσο θα έρθει ο εικοστός αιώνας, το μπετόν και τα αυτοκίνητα και, αυτόματα σχεδόν, ο νεοκλασικός μύθος θα καταρρεύσει. Όμως είναι και ο 19ος αιώνας πια ένα μέρος της ιστορίας της Αθήνας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αντιστοιχεί σε μια πόλη πιο όμορφη και πιο ανθρώπινη.
Έτσι αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια της σύγχρονης Αθήνας, περιπέτεια πολεοδομική και κοινωνική. Θα παραμείνει μέχρι σήμερα μια ιστορία σύγκρουσης ανάμεσα στους σχεδιαστές και στους αρνητές τους, ανάμεσα σε αυτό που κάθε φορά είναι η πόλη, και που το προασπίζονται ενδεχομένως άγαρμπα οι κάτοικοί της, και σε αυτό που κάποιοι θα ήθελαν να την κάνουν.
Η πρόθεση των πολεοδόμων του 19ου ήταν να κατεδαφιστούν μεγάλα τμήματα της πόλης της τουρκοκρατίας, χτισμένα πάνω στα ίχνη της αρχαίας, αλλά οι ιδιοκτήτες γης αντιστάθηκαν.
Αν και είχαν υποσχεθεί ότι εφόσον η Αθήνα γινόταν πρωτεύουσα, κάτι που θα ανέβαζε τις αξίες των ακινήτων τους στα ύψη, θα προσέφεραν μέρος της γης τους για δημόσιους χώρους και κτίρια, γρήγορα το ξέχασαν.
Ποια είναι η στάση μας σήμερα απέναντι σε αυτή την περίοδο;
Η πόλη δεν είναι μια, είναι πολλές που χτίζονται διαδοχικά η μια πάνω στην άλλη. Για κάποιες κοινωνίες η ιστορία που τις ενδιαφέρει είναι ένα ή κάποια από τα στρώματα αυτά, για άλλες είναι το σύνολο του ότι προηγήθηκε. Σήμερα σκεφτόμαστε έτσι. Ότι προηγήθηκε ακόμη και πολύ πρόσφατα έχει την αξία του. Είναι συνδεδεμένο και με την κοινωνική ιστορία κάθε τόπου που αυτή δεν ξεχνιέται, δεν κατεδαφίζεται.
Πράγματι λοιπόν η ιστορία για τη μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων ήταν ένα εμπόδιο και στην πράξη το ξεπέρασε. Προτίμησε τις ανέσεις του διαμερίσματος και το πρόσθετο εισόδημα και έτσι πρόδωσε το νεοκλασικό, το έδωσε αντιπαροχή. Ακόμη και για κάποιους φορείς της πολιτείας η ιστορία ήταν επίσης ένα εμπόδιο.
Βουλεβάρτα μετατράπηκαν σε αρτηρίες, πεζοδρόμια στένεψαν, ποτάμια καλύφτηκαν, ακάλυπτη γη μετατράπηκε σε παρκινγκ.
Άλλοι φορείς της πολιτείας αντιστάθηκαν, όπως οι αρχαιολογικές υπηρεσίες, τμήματα του παλαιού ΥΠΕΧΩΔΕ, ο Δήμος.
Κάποια λίγα νεοκλασικά κτήρια αγοράστηκαν από το κράτος, κάποια άλλα κηρύχτηκαν διατηρητέα όμως τις πιο πολλές φορές αφέθηκαν στην τύχη τους. Οι ιδιοκτήτες τους περιμένουν να καταρρεύσουν για να εκμεταλλευτούν τη γη.
Εκτός από τις παραμορφώσεις που υπέστη το ιστορικό κέντρο στο επίπεδο του δημόσιου χώρου του, υπέστη και άλλες στο επίπεδο της αρχιτεκτονικής. Επετράπη στο εσωτερικό του να κτιστούν πολύ ψηλές πολυκατοικίες που φαντάζουν ξένα σώματα δίπλα στα παλιά νεοκλασικά.
Η σύγχρονη πόλη διεισδύει στο ιστορικό κέντρο και σήμερα είναι απολύτως ασαφές ποια είναι τα πραγματικά του όρια.
Στο Δήμο της Αθήνας είχαμε απόλυτη συνείδηση της παράδοξης σχέσης πολλών Ελλήνων με την ιστορία.
Γνωρίζαμε φυσικά ότι ανάλογες συμπεριφορές, συνοδευόμενες από πλούσια θεωρία άρνησης της ιστορικής πόλης ως εμποδίου για την απελευθέρωση του ανθρώπου του 20ου αιώνα, επιδείχτηκαν σε όλο τον κόσμο.
Η Χάρτα των Αθηνών που ψηφίστηκε εδώ το 1933, ως προφητεία του τι θα συνέβαινε σε αυτή την πόλη και γενικότερα, αντανακλά αυτές τις προθέσεις οικοδόμησης ενός κόσμου πάνω στα λείψανα του παλιού και αδιάφορου αν όχι πολέμιου αυτού που ο τελευταίος διδάσκει.
Υπήρξαν σχεδιασμοί για την Αθήνα διάνοιξης αρτηριών στην Πλάκα, όπως αφέθηκαν να λειτουργήσουν λατομεία στην Ακρόπολη, στο Λυκαβηττό, στα Τουρκοβούνια.
Εξακολουθούμε να ρυπαίνουμε την ατμόσφαιρα με ρύπους από την κυκλοφορία παρόλο που είναι γνωστό ότι τα μάρμαρα της Ακρόπολης μετατρέπονται με ταχείς ρυθμούς σε ασβέστη. Η Αθήνα τρέχει με τους ρυθμούς της και αφήνει πίσω της συντρίμμια. Το θεωρητικό οπλοστάσιο της το προσφέρει ο μοντερνισμός που είναι πάντα κυρίαρχος στις νοοτροπίες.
Εμείς από τη μεριά μας στο Δήμο, θεωρήσαμε ότι η Αθήνα είχε, πάλι αυτή, την υποχρέωση να αποκαταστήσει την τιμή και τις αξίες της ιστορίας.
Για αυτό και ο Δήμος οργάνωσε το 1994 σε συνεργασία με τον Σύλλογο Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών διεθνές Προσυνέδριο με τίτλο: «Προς τη Νέα Χάρτα των Αθηνών: από την Οργανική Πόλη στην Πόλη των Πολιτών».
Τον Μάιο του 1998, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πολεοδόμων, ο Δήμος προχώρησε ακόμη περισσότερο και διοργάνωσε Διεθνές Συνέδριο με τίτλο: «Η Νέα Χάρτα των Αθηνών 1998».
Πράγματι, στο Συνέδριο αυτό ψηφίστηκε μια νέα Χάρτα, που αξιοποιεί την εμπειρία του 20ου αιώνα και τη συνειδητοποίηση των προβλημάτων που πρόσθεσε η χωρίς κανόνες εκμετάλλευση της γης, και βάζει σε πρώτο πλάνο νέες ανάγκες.
Σήμερα είναι κοινός τόπος ότι έχουμε ανάγκη την ιστορία μας. Είναι φανερό ότι εκείνες οι πόλεις που προστάτεψαν τα ιστορικά κέντρα τους είναι οι πιο ελκυστικές σε επισκέπτες και κεφάλαια.
Διαπιστώνουμε και στην Αθήνα σήμερα ότι σε κεντρικές περιοχές όπως η Πλάκα, το Μεταξουργείο, το Γκάζι επιστρέφει εύπορος κόσμος. Αναγνωρίζει σε αυτές τις περιοχές ποιότητες που δεν υπάρχουν αλλού.
Μπορεί τα τετραγωνικά να είναι λιγότερα, ο αέρας λιγότερο καθαρός, η βουή της πόλης ισχυρότερη, οι πυκνότητες πολύ υψηλότερες, ωστόσο εκεί βρίσκεις ζωντάνια, αστικότητα, κοινωνικότητα που στα προάστια δεν υπάρχει.
Οι παραδοσιακοί πυκνοδομημένοι ιστοί των ιστορικών πόλεων ενθάρρυναν τρόπους ζωής, πιο συνεκτικούς και συλλογικούς, και εξακολουθούν να το κάνουν γιατί η ζωή εμπνέεται από το χώρο. Καμία τεχνολογία δεν θα μπορέσει να υποκαταστήσει την ανάγκη τους για τον άνθρωπο.
Συνηθίσαμε να ταυτίζουμε την ιστορία με τα εκθέματα στις προθήκες των μουσείων και να υπολογίζουμε την αξία της με τον αριθμό των εισιτηρίων που κόπηκαν ή με την πληρότητα των ξενοδοχείων του κέντρου. Τοποθετούμε έτσι την ιστορία στο περιθώριο της πόλης σαν ξένο σώμα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Δεν είναι έτσι. Την ιστορία θα πρέπει να την έχουμε μέσα μας, να είναι αυτή όπως και εμείς μέρος της πόλης. Ο δυτικός κόσμος κινδύνεψε να χάσει την πίστη του για την πόλη και για όσα αυτή σημαίνει. Τώρα υπάρχει μια στροφή αλλά συγχρόνως μεγάλες πληγές έχουν ανοίξει και πολλές καταστροφές είναι οριστικές.
Μια μεγάλη πρόκληση είναι το πώς θα συνεχίσουμε να οικοδομούμε τις πόλεις μας.
Θα τις αφήσουμε να επεκτείνονται ή θα αξιοποιήσουμε εντατικότερα τον υφιστάμενο ιστό αποδεχόμενοι ως αξία τους περιορισμούς της πυκνοδομημένης πόλης; Η ιστορία μας δίνει ίσως την απάντηση που χρειαζόμαστε.




